Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

συνέντευξη Καραμπελιά


Συνέντευξη σχετικά με το βιβλίο

Κύριε Καραμπελιά, σαν γνωρίζαμε ως πολιτικό ακτιβιστή και συγγραφέα. Τι σας ώθησε εδώ και δεκαπέντε χρόνια να αφοσιωθείτε στη συστηματική μελέτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας;

Διακόσια χρόνια μετά την Επανάσταση του 21, αυτή κινδυνεύει να ακυρωθεί. Και όχι μόνο εξ αιτίας της επανεμφάνισης του νέο-οθωμανισμού, και της υποταγής μας στην δυτική αποικιοκρατία, αλλά και μέσα από την στάση των ίδιων των ελίτ  της χώρας και κατ’ εξοχήν της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας: Φίλης, Αναγνωστοπούλου, Λιάκος, διαγκωνίζονται σε εθνομηδενιστικές κορώνες και δρομολογούν αντίστοιχες αποφάσεις. Κατ’ αυτούς οι Έλληνες είναι «εθνικιστές» και θα πρέπει η ιστορική μας μνήμη να λοβοτομηθεί, ώστε να πάψουμε να αντιστεκόμαστε. 
Γι’ αυτό, αναζητώντας λύση στα αποπνικτικά αδιέξοδα, που έχουμε περιπέσει με ευθύνη του συνόλου του πολιτικού συστήματος, αλλά και των ελίτ της χώρας, κατ’ εξοχήν των διανοουμένων
και του πνευματικού κόσμου, κατέληξα στο συμπέρασμα πως είμαστε υποχρεωμένοι ως έθνος να ξανασκύψουμε στην ιστορία μας, που τα τελευταία χρόνια κατακρεουργείται κυριολεκτικώς, από εκείνους που θα όφειλαν να την προστατεύουν.

Πριν δέκα χρόνια κυκλοφόρησε το βιβλίο σας «Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού», που αποτέλεσε μια τομή στην ιστοριογραφία, και στο οποίο προσπαθούσατε να καταδείξετε πως το Βυζάντιο της περιόδου μετά την Φραγκική κατάκτηση (1204) αποτελεί την απαρχή του νεώτερου ελληνισμού ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε ο β΄ τόμος «1821: Η δυναμική της παλιγγενεσίας» το οποίο και παρουσιάζετε στο Ηράκλειο.
Το καινούργιο βιβλίο μου έχει ως βασική ιδέα το ότι μετά το 1700 περίπου ο ελληνισμός γνωρίζει μια περίοδο μακράς Αναγέννησης, και η οποία συνεχίζει την Κρητική Αναγέννηση που αποτελεί τη γέφυρα μεταξύ Βυζαντίου και νεώτερου ελληνισμού. Αυτή Αναγέννηση φθάνει ουσιαστικά μέχρι το 1922 και  σε αυτόν τον τόμο παρουσιάζω την πορεία του μέχρι το 1821, ενώ σε επόμενο τόμο θα συνεχίσω με το 1821-1922.
 Στο Α΄ μέρος του βιβλίου μου, επικεντρώνομαι στην οικονομική και κοινωνική ζωή, καταδεικνύοντας πως  η οικονομική άνθηση του ελληνισμού αρχίζει γύρω στο 1700 και στηρίχτηκε στις συντεχνίες, τα τσελιγκάτα, τα συστήματα των συντροφοναυτών, που   αιμοδοτούν το κοινοτικό σύστημα οργάνωσης, τα «κοινά των Ελλήνων». Ωστόσο  παρέμενε «υπονομευμένη» από μια «διπλή κατοχή», των Οθωμανών, η οποία δεν επέτρεπε την ανάπτυξη μιας σταθερής οικονομικής δραστηριότητας, και ταυτόχρονα από τις ημιαποικιακές δομές που είχε επιβάλει η δυτική διείσδυση.
Στο Β΄ μέρος περιγράφεται η Αντίσταση που αρχίζει αμέσως μετά την Άλωση.  Τα λεγόμενα Ορλωφικά, αποτυελούν μια πρώτη μεγάλη επαναστατική απόπειρα και αυό φάινεται από το ότι δεν ήταν απλώς επικεντρωμένα στην Πελοπόννησο αλλά σε όλη την Ελλάδα ενώς όπως δείχνω η δεύτερη μεγάλη και αυτόνομη επαναστατική εστία υπήρξε η Κρήτη με τον Δασκαλογιάννη. Ο Ρήγας  θα διατυπώσει το όραμα μιας απελευθέρωσης που πατάει στην παράδοση –από τον Αλέξανδρο έως τον «Θούριο»– και εμπνέεται και από τη γαλλική Επανάσταση.
Στο Γ΄ μέρος, σκιαγραφείται ο καθοριστικός ρόλος της Ορθοδοξίας στην επιβίωση του ελληνισμού: Από την αντίσταση στους εξισλαμισμούς, –νεομάρτυρες, Κοσμάς Αιτωλός–, μέχρι τις  ένοπλες απόπειρες – από τον Διονύσιο Φιλόσοφο, μέχρι τον Παπαφλέσσα. Παράλληλα, αποφασιστική  υπήρξε η σύγκρουση  με τον επιθετικό καθολικισμό, με τον Κρητικής καταγωγής Κύριλλο Λούκαρι, τον άγνωστο «αναβαπτισμό» και τους Κολλυβάδες.
Το Δ΄ μέρος –«Η επαναστατική σύνθεση»–, περιλαμβάνει τρία εκτενή κεφάλαια: Το πρώτο πραγματεύεται τις φραγκοκρατούμενες περιοχές, από την Κρήτη ως τα  Επτάνησα, ως «Πεδεμόντιο» του ελληνισμού, δηλαδή πνευματική και επαναστατική βάση του, το δεύτερο τις κοινωνικές και εθνικές συγκρούσεις στη Σάμο με τον Λυκούργο Λογοθέτη, και το τρίτο τη «Φιλική Εταιρεία» όπου σε απάντηση στις αντιλήψεις περί λανθασμένης εκδήλωσης της Επανάστασης, που κυκλοφορούν μετ’ επιτάσεως τον τελευταίο καιρό, καταδεικνύεται πως αυτή αποτελούσε πλέον μονόδρομο για τον ελληνικό λαό.

Για την σημερινή κακοδαιμονία της χώρας μας αναζητάτε τις αιτίες πολύ μακριά στο παρελθόν  και στη μελέτη σας υποστηρίζετε πως το ελληνικό κράτος μεταβλήθηκε από οικονομική άποψη σε  «παρασιτική απόφυση της Δύσης», ενώ επισημαίνετε και το έλλειμμα μιας ολοκληρωμένης στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας.
    
Δυστυχώς η σημερινή κρίση επιβεβαιώνει αυτή μου την απόφανση για τον δρόμο που πήρε η ελληνική οικονομία και κοινωνία, η οποία μάλιστα βαίνει αυξανόμενη. Αυτή είναι που εμποδίζει στην πραγματικότητα και την ανάπτυξη μιας οποιασδήποτε σοβαρής πολιτικής, πνευματικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Μια παρασιτική κοινωνία δεν μπορεί να γεννήσει κάποια σοβαρή ηγεσία. Αυτή ακριβώς η ανημπόρια, το ανολοκλήρωτο όλων μας των προσπαθειών μέχρι σήμερα, συνιστά αυτόν τον γόρδιο δεσμό που στον αιώνα μας θα λυθεί με τον έναν ή άλλο τρόπο: είτε με την ιστορική μας εξαφάνιση, εξ αιτίας της δημογραφικής, οικονομικής και πνευματικής μας κατάρρευσης, δεδομένου μάλιστα ότι βρισκόμαστε στο σύνορο με το Ισλάμ είτε με την ανάταξη του ελληνισμού.
Αυτό που προσπαθώ να καταδείξω και σε αυτό το βιβλίο μου είναι πως ο ελληνισμός  δεν είναι ούτε Ανατολή ούτε Δύση, αλλά από την αρχαιότητα ήδη αποτελούσε έναν διακριτό κόσμο μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Στις καλύτερες περιόδους του ενσωμάτωνε δημιουργικά τις θετικές επιρροές και απέρριπτε τις αρνητικές. Στις κακές στιγμές μας βρισκόμαστε υποταγμένοι είτε στον έναν, είτε στον άλλον, είτε και στους δύο.
Σήμερα, η ισλαμική Ανατολή, κατεξοχήν τουρκική, επιχειρεί να αναιρέσει τις κατακτήσεις του 1821, επανεντάσσοντας τον ελληνικό χώρο ως υποτελή στον νεοθωμανικό σχεδιασμό. Από την Κύπρο έως την Θράκη και το Αιγαίο, ο ελληνισμός απειλείται στις τελευταίες του εστίες. Και την ίδια στιγμή η Δύση μας έχει εξαντλήσει οικονομικά και πνευματικά και επιχειρεί να μας μεταβάλει σε ένα απλό σύνορο με την Οθωμανική Ανατολή. Έτσι έγινε και παλιότερα. Προηγήθηκαν οι Φράγκοι το 1204 και ακολούθησαν οι Τούρκοι το 1453.
Η ιστορική συνείδηση, η αίσθηση του ιστορικού μας βάθους αποτελεί ένα από τα τελευταία αναχώματα στην παρακμή που μας απειλεί. Και η πορεία της ελληνικής Αναγέννησης, μετά την άλωση και την παρακμή δύο αιώνων αποτελεί το παράδειγμα και το υπόδειγμα που έχουμε ανάγκη σήμερα. Το 1453 σχεδόν εξαφανισμένοι και μετά το 1700 η μεγάλη Αναγέννηση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου